Νέα πολιτική δυναμική στις τρεις εθνότητες που ζητούν μεγαλύτερη αυτονομία – Η συμφωνία του Κάρντιφ, η σκωτσέζικη ανεξαρτησία και το ζήτημα της ενωμένης Ιρλανδίας φέρνουν ξανά στο προσκήνιο, το μέλλον της Ένωσης
Μια νέα και ασυνήθιστη πολιτική συμμαχία διαμορφώνεται στο εσωτερικό του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς η Σκωτία, η Ουαλία και η Βόρεια Ιρλανδία εντείνουν την πίεσή τους για μεγαλύτερη αυτοδιάθεση και αλλαγή της σημερινής σχέσης τους, με το Λονδίνο.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις εκλογές του Μαΐου 2026, όταν τα φιλοεθνικιστικά κόμματα ενίσχυσαν τη θέση τους και στις τρεις περιοχές. Το SNP στη Σκωτία, το Plaid Cymru στην Ουαλία και το Sinn Féin στη Βόρεια Ιρλανδία βρέθηκαν σε ισχυρότερη πολιτική θέση, αν και η εκλογική τους επιτυχία δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως ψήφος, υπέρ της ανεξαρτησίας.
Η συμφωνία της Ουαλίας με τη Σκωτία
Στις 14 Σεπτεμβρίου, οι κυβερνήσεις της Σκωτίας και της Ουαλίας υπέγραψαν τη Συμφωνία του Κάρντιφ (Cardiff Agreement), η οποία προβλέπει στενότερη συνεργασία σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, από την οικονομία και το κόστος ζωής, έως την κλιματική αλλαγή, την αντιμετώπιση της παιδικής φτώχειας και τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πέρα όμως από την πρακτική συνεργασία, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Οι δύο κυβερνήσεις υποστηρίζουν, ότι οι λαοί της Σκωτίας και της Ουαλίας πρέπει να έχουν τον πρώτο λόγο, για το συνταγματικό τους μέλλον.
Ο πρωθυπουργός της Σκωτίας, Τζον Σουίνι, δήλωσε, ότι οι δύο χώρες «δεν θα πρέπει να κρατούνται πίσω» από ένα σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου που, κατά την άποψή του, δε λειτουργεί για τα έθνη του. Ο ηγέτης της Ουαλίας, Ρουν απ Ιόρθουερτ, τόνισε από την πλευρά του, ότι η Ένωση «δε λειτουργεί δίκαια» ούτε για την Ουαλία, ούτε για τη Σκωτία.
Η συμφωνία δεν αποτελεί, ωστόσο, συμφωνία ανεξαρτησίας. Πρόκειται για θεσμική και πολιτική συνεργασία που δημιουργεί ένα κοινό μέτωπο, απέναντι στο Westminster.
Η Σκωτία παραμένει η πιο ώριμη περίπτωση
Η Σκωτία βρίσκεται μακράν πιο μπροστά από την Ουαλία στο ζήτημα της ανεξαρτησίας. Το 2014 οι Σκωτσέζοι είχαν απορρίψει την ανεξαρτησία με ποσοστό 55% έναντι 45%, όμως το SNP εξακολουθεί να επιδιώκει ένα νέο δημοψήφισμα.
Το πρόβλημα είναι ότι το Λονδίνο δεν έχει αποδεχθεί τη διεξαγωγή δεύτερης ψηφοφορίας. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί, ότι το δημοψήφισμα του 2014 εξακολουθεί να αποτελεί τη δημοκρατική βάση για το ζήτημα, ενώ η σκωτσέζικη πλευρά υποστηρίζει, ότι η πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα έχει αλλάξει.
Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η κοινωνία της Σκωτίας παραμένει διχασμένη. Η υποστήριξη στην ανεξαρτησία κινείται περίπου γύρω από το 50%, αλλά η ανεξαρτησία δεν αποτελεί το σημαντικότερο ζήτημα για τους ψηφοφόρους, οι οποίοι δίνουν μεγαλύτερο βάρος στην οικονομία, την υγεία, τη μετανάστευση, την παιδεία και τη στέγαση.
Η Ουαλία κάνει το επόμενο βήμα
Η Ουαλία αποτελεί πιο σύνθετη περίπτωση. Το Plaid Cymru κέρδισε τις εκλογές του 2026 και ανέλαβε για πρώτη φορά την ηγεσία της ουαλικής κυβέρνησης, σηματοδοτώντας μια σημαντική αλλαγή έπειτα από δεκαετίες κυριαρχίας των Εργατικών.
Η υποστήριξη στην ανεξαρτησία παραμένει, ωστόσο, σαφώς χαμηλότερη από τη Σκωτία. Οι διαθέσιμες μετρήσεις την τοποθετούν περίπου στο 25%, ενώ στις εκλογές η ανεξαρτησία δεν αποτέλεσε το κυρίαρχο κίνητρο των ψηφοφόρων.
Αυτό δε σημαίνει ότι το ζήτημα έχει εξαφανιστεί. Αντίθετα, η σημερινή ουαλική κυβέρνηση διεκδικεί περισσότερες εξουσίες και μεγαλύτερο έλεγχο των αποφάσεων που αφορούν στην Ουαλία. Η ίδια η ανεξάρτητη Επιτροπή για το Συνταγματικό μέλλον της Ουαλίας έχει εξετάσει την ανεξαρτησία ως μία από τις πιθανές μελλοντικές επιλογές, παράλληλα με ένα ενισχυμένο μοντέλο αποκέντρωσης ή μια ομοσπονδιακή μεταρρύθμιση, του Ηνωμένου Βασιλείου.
Διαφορετικός δρόμος για τη Βόρεια Ιρλανδία
Η Βόρεια Ιρλανδία βρίσκεται σε διαφορετική συνταγματική θέση. Εκεί το ζήτημα δεν είναι η δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους, αλλά η πιθανότητα αποχώρησης από το Ηνωμένο Βασίλειο και η ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Η Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής προβλέπει τη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την αλλαγή του συνταγματικού καθεστώτος, εφόσον ο Βρετανός υπουργός για τη Βόρεια Ιρλανδία κρίνει, ότι υπάρχει πιθανότητα πλειοψηφίας υπέρ της ενωμένης Ιρλανδίας.
Το Sinn Féin, που ηγείται της κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας, πιέζει για να ανοίξει αυτή η συζήτηση. Παράλληλα, οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ της ιρλανδικής ενοποίησης έδωσαν νέα διεθνή δημοσιότητα στο ζήτημα. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ έχει ξεκαθαρίσει, ότι χωρίς ενδείξεις πλειοψηφικής υποστήριξης, δεν πρόκειται να διεξαχθεί νέο δημοψήφισμα.
Τι σημαίνει αυτό για το Ηνωμένο Βασίλειο
Η σημερινή εξέλιξη δε σημαίνει, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται μπροστά σε άμεση διάλυση. Η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Αυτό που αλλάζει είναι η πολιτική ισορροπία. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, φιλοεθνικιστικές ή φιλοανεξαρτησιακές δυνάμεις έχουν ισχυρή παρουσία ταυτόχρονα στη Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία. Η κοινή τους θέση δεν είναι ότι πρέπει όλες να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, αλλά ότι οι κάτοικοι κάθε έθνους πρέπει, να έχουν μεγαλύτερο λόγο για το συνταγματικό τους μέλλον.
Για το Westminster, η πρόκληση είναι πλέον διπλή, καθώς από τη μία έχει να αντιμετωπίσει τα αιτήματα για ανεξαρτησία και μεγαλύτερη αυτονομία και από την άλλη, να επαναπροσδιορίσει τη λειτουργία, της ίδιας της Ένωσης.
Οι δημοσκοπήσεις δε δείχνουν σήμερα μια καθολική πλειοψηφία υπέρ της διάλυσης του Ηνωμένου Βασιλείου. Δείχνουν όμως ότι η συζήτηση για το μέλλον του έχει επιστρέψει δυναμικά και ότι η σχέση μεταξύ Westminster και των αποκεντρωμένων εθνών γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν, δεν είναι μόνο εάν η Σκωτία, η Ουαλία ή η Βόρεια Ιρλανδία θα φύγουν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι εάν το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να μετασχηματιστεί αρκετά, ώστε να διατηρήσει την Ένωση.


Ηλεκτρονική Εφημερίδα
